“Χρυσόθρονη καί πάμφωτη η Θεά, η μητέρα Πατρίδα η Ελλάς. Ανίκητη είσαι κι’ όμορφη καί σεβαστή κι’ Αγία.”
Υμνολογεί η ψυχή μας μέσω τού ποιητή. ΑΝΙΚΗΤΗ, όσο πού φτάνει η μνήμη μας. ΟΜΟΡΦΗ , από τότε πού άρχισε η ιστορική ζωή. ΣΕΒΑΣΤΗ, σε όλους τούς ανθρώπους καί σε όλες τίς εποχές. ΑΓΙΑ, αφού πρώτη Εσύ αγκάλιασες τήν Αλήθεια καί στήριξες τήν ανθρώπινη ζωή στήν Αρμονία καί τήν Αρετή, πού είναι το θεϊκό στοιχείο μέσα στόν υλικό κόσμο. Η Θεά Πατρίδα έχει ανοίξει μπροστά στά μάτια τής ψυχής μας το καταπληκτικό βιβλίο τής αθάνατης ζωής τής ενδοξότερης σελίδας του. Είναι βέβαια εξ΄ίσου ένδοξες όλες οι σελίδες τής μακρόχρονης ιστορίας τής Ελληνικής Φυλής. Ο βίος της είναι ενιαίος καί αδιάσπαστος. Εκπληκτική ομοιότητα καί αναλογία παρουσιάζουν οι αγώνες, οι θυσίες της, ίσην καθαρότητα καί ανθρωπισμό οι σκοποί της, ίσην μεγαλοσύνη τα έργα της. Είναι, πράγματι, αξιοσέβαστοι, οι αγώνες υπέρ τής Ελευθερίας τού Αρχαίου Ελληνισμού, από τούς οποίους γενήθηκε αυτό πού ονόμασαν Ελληνικόν Θαύμα, διότι χάρισε στήν ανθρωπότητα το ανυπέρβλητο κάλλος τού Ιερού Βράχου καί τής Αρχαίας Τραγωδίας, τήν υψηλή πνευματική δημιουργία τών πλατωνικών διαλόγων καί το ηθικόν μεγαλείο τής προσωπικότητος ενός Σωκράτους. Με θαυμασμό επίσης καί δίκαιο σεβασμό στεκόμαστε μπροστά στούς σκληρούς αγώνες καί τίς μεγάλες θυσίες τού Βυζαντινού Ελληνισμού, πού έγινε ολοκαύτωμα, γιά να δώσει τόν καιρό καί τα μέσα στόν άνθρωπο να οργανώσει με τα στοιχεία, πού αυτός τού εξασφάλισε, τόν σημερινό πολιτισμό του. Με ευγνωμοσύνη λοιπόν αναπολούμε τίς Θερμοπύλες, τήν Σαλαμίνα, τόν Γρανικό καί μνημονεύουμε τόν ηρωϊσμό καί τήν αυτοθυσία τών Ηρακλείων καί Βασιλείων καί Κομνηνών καί Παλαιολόγων αλλά, πάντοτε γοργότερος είναι ο παλμός τής καρδιάς μας γιά το 1821 πού το έχουμε τοποθετήσει στήν κορυφή τής αγωνιστικής πυραμίδας τού έθνους μας. Καί δικαίως! Ο Αρχαίος Ελληνικός κόσμος νίκησε, ναί, ήρθε αντιμέτωπος με τόν δόλιο καί ύπουλο Ασιάτη ο οποίος διέθετε αναρίθμητο πλήθος στρατιωτών καί πλοίων, αλλά είχε στρατό, στόλο καί τεχνική ανώτερη καί ανώτερο φρόνημα. Ο Βυζαντινός Ελληνισμός πρόβαλε, ναι, επι χίλια καί πλέον χρόνια τα στήθη του, πού τα έκαιγε η δύναμη καί συναίσθηση τής διγενικής προελεύσεως του, σάν κυματοθραύστη στά αλεπάλληλα κύματα τής βαρβαρικής τρικυμίας, αλλά είχε στήν διάθεσή του τα τεράστια μέσα καί τήν λαμπρή οργάνωση μίας αυτοκρατορίας. Ο Νεότερος όμως Ελληνισμός, ο Ελληνικός κόσμος τού 21 πού ξαναέδωσε στήν Ελλάδα “τα φτερά, τα φτερά τα πρωτινά της τα μεγάλα”, πώς ξεκίνησε γιά τόν Μεγάλο Αγώνα; Ποιά υλικά μέσα είχε στήν διάθεσή του; Με τι όπλα έκανε τόν αγώνα του; Όπως είναι γνωστό, ξεκίνησε, ύστερα από “νύχτα πολλών αιώνων, νύχτα μακράς διαρκείας” καί είχε σάν εφόδια τα πλοιάρια τής Ύδρας, τούς μπαρουτόμυλους τής Δημητσάνας καί γιά όπλα λίγα παλιά καριοφύλια καί πολλά…. ρόπαλα. Ναί, ρόπαλα! Ο ναύαρχος τής Γαλλικής μοίρας τού Αιγαίου Αλγκάν τόν Σεπτέμβριο τού 1821 γράφει στήν επίσημη έκθεσή του πρός τήν κυβέρνηση τής Γαλλίας. “… Οποιαδήποτε καί αν είναι η έκβασις τού πολέμου αυτού, πού ήρχισε με ολίγα εμπορικά πλοία, παλαιά όπλα καί ρόπαλα, το γεγονός είναι ότι το Οθωμανικόν Κράτος δέν υφίσταται πλέον είς τήν κυρίως Ελλάδα, περισωζόμενον μόνον είς τα ύψη μερικών φρουρίων, πού τα υποσκάπτει η πείνα…”. Χρέος μας λοιπόν, χρέος μας ιερό είναι να τιμήσουμε τήν ηρωϊκή γεννεά τού Μεγάλου Αγώνος τού οποίου δύο είναι ως γνωστόν τα κύρια καί χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Η καθολική συμμετοχή τού Εθνους στούς αγώνες καί τίς θυσίες καί ο απόλυτος ιδεαλισμός του στά κίνητρα καί τούς σκοπούς.
