Από τόν δρόμον αυτόν περνούν «ομιλούντες ή σιωπούντες» άνθρωποι οι οποίοι κουβαλούν παντός είδη σκεύη, ξύλινα καί πέτρινα αγάλματα, καί πολλά άλλα όμοια όλα αυτά, φερόμενα υψηλά υπό τών βαδιζόντων παραλλήλως πρό τόν σχεδόν ανδροϋψή τοίχον, υπερέχουν αυτού καί, φωτιζόμενα από το φώς τής εστίας πού καίει, όπως είπαμε, έξω μακριά, προβάλλονται σάν σκιά επί τής πλευράς τού βάθους τού σπηλαίου καί αυτές τίς σκιές βλέπουν διαρκώς οι αιώνιοι δεσμώτες, άνθρωποι, όπως βλέπουν καί τίς δικές τους καί τών συνδεσμωτών τους τίς σκιές. “Παράξενη εικόνα καί παράξενη δεσμώται”, λέει ο συνομιλητής τού Σωκράτη.”Ναί” απαντά ο Σωκράτης,”έτσι ακριβώς είμεθα καί ημείς”. Καί συνεχίζει “αν υποθέσουμε τώρα ότι η δεσμώται είναι είς θέσιν να συνδιαλέγωνται ο ένας με τόν άλλον, δέν νομίζεις ότι ασφαλώς θα επίστευαν ότι αι ονομασία πού χρησιμοποιούν αναφέρονται είς τάς μετακινωμένας σκιάς-μορφάς που έχουν εμπρός είς τα μάτια τους; Καί αν υποθέσωμεν ακόμη ότι το σπήλαιον-δεσμωτήριον έστελνε αντίχησιν από τόν αντικρινόν τοίχο, έχεις τήν γνώμη ότι κάθε φορά πού θα έβγαζε φωνή ένας από εκείνους πού μεταφέρουν τα κατασκευάσματα πού είπαμε, αυτοί, είναι οι δεσμώται δέν θα πίστευαν ότι η φωνή ανήκει σε κάτι άλλο πράγμα καί όχι είς τήν σκιάν πού βλέπουν εμπρός τους να μετακινείται; Αυτοί λοιπόν οι άνθρωποι, οι δεσμώται, είναι ολοκληρωτικά αδύνατον να θεωρούν ως αλήθεια κάτι άλλο καί όχι τάς σκιάς τών τεχνητών κατασκευασμάτων“. Ο συνομιλητής τού Σωκράτη το παραδέχεται αυτό καί εμείς θυμόμαστε εδώ εκείνο το οποίο είπαμε πρωτύτερα “διά τόν εκ τών αισθήσεων απατηλόν κόσμον τών φαινομένων τής πλατωνικής διδασκαλίας”.
Συνεχίζουμε τα τού μύθου. Συμβαίνει κάποτε κάποιος να ελευθερωθεί από τα δεσμά του καί να αναγκαστεί να σηκωθεί, να στραφεί πρός τα πίσω καί στό φώς τής φωτιάς να δεί αυτά τα ίδια τα σκεύη καί τα αγάλματα, θαμπώνεται τόσο καί καταπλήσσεται, ώστε δέν γνωρίζει πλέον μπροστά σε τι βρίσκεται καί τι πρέπει να θεωρήσει σάν αληθινό. Θέλει μάλλον να ξαναγυρίσει πρός εκείνα πού μπορούσε εύκολα να βλέπει η όρασή του. Αν όμως τόν έσερνε κανείς πρός τα έξω καί τραβώντας τον από το δύσβατο ανηφορικό μονοπάτι τόν έβγαζε έξω από το σπήλαιο, κατ’ αρχάς μεν θα διέκρινε μόνον σκιές, όπως είχε συνηθίσει, ύστερα θα έβλεπε τα απεικάσματα τών πραγματικών, όπως καθρεπτίζονται είς τήν επιφάνειαν τού νερού, καί τέλος αυτά τα πραγματικά αντικείμενα. Όταν δε εξοικειωθούν τελείως οι οφθαλμοί του πρός το φώς τότε θα μπορέσει να δεί καί τα αντικείμενα εκείνα πού είναι μακριά, τα πρός τον Ουρανό, τα άστρα, τήν Σελήνη, τόν Ηλιο… Θυμάται τότε τήν προγενέστερη από το σπήλαιο ζωή του καί μακαρίζει τόν εαυτό του γιά τήν παρούσα κατάστασή του. Συγχρόνως λυπάται γιά λογαριασμό τών άλλοτε συνδεσμωτών του, ακόμη καί γιά εκείνους πού διακρίνονται γιά τήν εκτίμηση πού τούς έχουν οι άλλοι καί γιά τήν δύναμή τους μεταξύ τών συνδεσμωτών, ο ελευθερωμένος από τα δεσμά προτιμάει να υφίσταται έξω από το σπηλαίο οποιαδήποτε ταλαιπωρία, παρά να αναγκαστεί έστω καί μία ακόμη φορά να ζήσει μέσα στό σπήλαιο. Μόλα ταύτα κατέρχεται πάλι μέσα στό σπήλαιο καί καταλαμβάνει τήν παλαιά θέση του.
