Αυτήν λοιπόν, τήν κοινωνική λέπρα, η οποία προσβάλλει τούς μεγάλους καί τούς μικρούς, τούς ισχυρούς καί τούς αδύνατους, τούς πλούσιους καί τούς φτωχούς, ο καθένας, μολονότι έχει μία δόση σωφροσύνης καί λογικού, γιά να τήν καταπολεμήσει αποτελεσματικά, ο καθένας, λέω, τήν κολακεύει καί τήν χαϊδεύει με πατρική στοργή, κάθε ένας τήν κάνει σημαία τού μέλλοντός του, τήν ψυχή από τα γλυκύτερα όνειρά του, τήν τροφή τής φιλοδοξίας του, σε τρόπο, ώστε έγινε αυτή η συγκεντρωτική δύναμη τής σημερινής κοινωνίας. Καί, εάν ο εγωϊσμός είχε μόνον πρόσκαιρη ύπαρξη, εάν ήταν η ασθένεια μιάς εποχής, θα αφήναμε στόν χρόνο τήν φροντίδα τής καταστροφής του. Αλλά, γίνεται η κληρονομική κακία τής ανθρώπινης καρδιάς, αχώριστη από τα ήθη μας καί τίς συνήθειές μας καί η επιρροή του είναι τέτοια, ώστε μάς διευθύνει σάν τύραννος καί μάς επιβάλλει τίς θελήσεις του. Με αυτόν τον τρόπο ο εγωϊσμός διαστρέφει τόν ανθρωπισμό μας, μόλις αναπτυχθεί καί χαράζει το ατιμωτικό στίγμα το οποίο μέλλει να τόν διαφθείρει καί να τόν υποδουλώσει. Η νομοθέτες τών πρώτων κοινωνιών δέν ξεγελάστηκαν ως πρός τόν χαρακτήρα διαφθοράς τού εγωϊσμού. Αντελήφθησαν αμέσως ότι ο εγωϊσμός είναι το παράσιτο φυτό τού Πολιτισμού, εκείνο, το οποίο θα τρέφεται με τόν χυμό του, το οποίον θα κατατρώγει τα δυνατότερα κλαδιά του καί θα καταστήσει αδύνατη τήν κοινωνική πρόοδο. Καί έκαναν νόμους σκληρής αυστηρότητας καί δημοσίευσαν αυτούς εν ονόματι τών θεών, γιά να προσδώσουν σε αυτούς περισσότερο κύρος. Ο Μωϋσής, ο Λυκούργος, ο Νομάς καί άλλοι έδωσαν τούς νόμους τους σάν έργο τού Ουρανού. Αργότερα οι νόμοι τών θρησκευτικών νομοθετών, πού διδάχθηκαν από τούς πατέρες τών Εθνών, λιγότερο σκληροί από πνεύμα ηθικής, δεν υπήρξαν τίποτε άλλο παρά ο κώδικας τού φυσικού νόμου, νόμου, ο οποίος καθιερώνει τήν ισορροπία τής ισότητας, τήν ενότητα τών κοινωνικών συμφερόντων, τήν αρμονία τής θρησκευτικής πίστεως καί τούς πρακτικούς κανόνες τής ανθρωπιστικής φιλοσοφίας. Με τέτοια στοιχεία εθνικής αγωγής, η Αδελφότης έγινε γιά τούς λαούς, τούς παρθένους ακόμα, η προσφιλέστερη καί ισχυρότερη πατριωτική αρετή, αποτελούσε μόνη της ολόκληρο κυβερνητικό πολίτευμα, εξασφάλισε τήν κοινωνική ύπαρξη τού ηθικού ανθρώπου καί σταματούσε τήν πρόοδο τού εγωϊσμού, χωρίς να εκθέτει τήν ζωηρή πορεία τού ανθρωπίνου πνεύματος. Έτσι, γράφτηκαν τα Ευαγγέλια τού Ζωροάστρη, τού Κομφούκιου, τού Βισνού καί τού Χριστού. Παρ’ όλα, όμως, ταύτα, παρά την σοφή πρόνοια τών πρώτων νομοθετών καί τήν αγία αφοσίωση τους, παρά τίς προσπάθειες όλων όπως διατηρήσουν τήν αυτοσυντήριση στά φυσικά της όρια, το κακοποιό πνεύμα βάδισε πρός τα εμπρός καί με βήμα τόσο γρήγορο ώστε τώρα πρέπει να συνδικολογούμε μαζί του, να συμβιβαζόμαστε με τίς θελήσεις του επάνω στά κυριότερα σημεία τής κοινωνικής μας υπάρξεως καί να θεωρούμε σάν μεγάλη επιτυχία μας, όχι όταν νικάμε, αλλά όταν εξουδετερώνουμε τήν ολέθρια επιρροή του καί περιορίζουμε τίς ορέξεις του στήν απλούστερη μορφή τους. Σύμφωνα με αυτά, γιά να κάνουμε αληθινό Τεκτονισμό, Τεκτονισμό ανθρωπιστικό, με τήν σκέψη να εξασφαλίσουμε τήν ύπαρξη τών σύγχρονων γενεών καί τήν τύχη τών μελλοντικών, δέν πρέπει να λάβουμε σάν αφετηρία τίς θεωρίες τού Κομμουνισμού ή τού Σοσιαλισμού, ούτε να θέλουμε να δράσουμε επάνω στήν ανθρώπινη καρδιά με τόν δεσποτισμό τής στωϊκής ιδέας, ούτε να οπλιζόμαστε με τήν μάστιγα τού Δράκοντα ή τού Λυκούργου γιά να διορθώσουμε τούς ανθρώπους τού αιώνα μας, διότι, τότε, θα ήταν, σάν να θέλουμε να ανακόψουμε τήν προοδευτική κίνηση τής δραστήριας διάνοιας του, επομένως σάν νά θέλουμε να δημιουργήσουμε το παραλογικότερο τών κοινωνικών συστημάτων. Η απόλυτες θεωρίες, είτε πολιτικές είτε κοινωνικές, δεν εφαρμόζονται ή είς λάους νέους, παρά τοίς οποίοις η εγωιστικές τάσεις συγχέονται με το γενικό συμφέρον καί γίνονται ένα και το αυτό. …
Συνεχίζεται…..
