Αποσυμβολισμός εν τάχει …
Ο «χιτώνας τής αγνωσίας» είναι μία από τίς πιό ισχυρές μεταφορές στήν Ερμητική γραμματεία καί περιγράφει τήν τραγική κατάσταση τής ανθρωπίνης υπάρξεως μέσα είς τόν υλικόν κόσμον. Αυτός ο χιτώνας δέν είναι ένα απλό ένδυμα, αλλά η ίδια η υλική μας φύση καί το σώμα, όταν αυτό λειτουργεί ως εμπόδιο γιά τήν ψυχή. Ο «χιτώνας» αποτελείται από, το «Υφαντό τής Κακίας». Ονομάζεται έτσι διότι πλέκεται από τα πάθη καί τίς αισθήσεις. Δέν είναι κάτι εξωτερικό, αλλά κάτι πού «φοράμε» καί μάς βαραίνει. «Ο Ζωντανός Θάνατος». Εδώ λοιπόν η πραγματική ζωή είναι η πνευματική. Το σώμα πού στερείται γνώσεως τού Θεού θεωρείται ένας «περιφερόμενος τάφος» καθώς φυλακίζει τήν αθάνατη ψυχή σε μία φθαρτή πραγματικότητα. «Ο Ένοικος Ληστής», είναι μία συγκλονιστική περιγραφή. Ο χιτώνας, το σώμα-οι αισθήσεις, «κλέβει» τήν προσοχή τού ανθρώπου από τα αληθινά πράγματα, στρέφοντάς την στίς «μυσαρές ηδονές». Μάς κάνει να αγαπάμε αυτά πού μάς βλάπτουν καί να μισούμε αυτά πού μάς ελευθερώνουν. Ο χιτώνας λειτουργεί ως φίλτρο. Φράζει τα αισθητήρια όργανα με «πολλή ύλη», ώστε ο άνθρωπος, να μήν «ακούει» τόν θείο λόγο, να μήν «βλέπει» το κάλλος τής Αλήθειας, να παραμένει σε κατάσταση μέθης, νομίζοντας ότι ο αισθητός κόσμος είναι η μόνη πραγματικότητα. Η προτροπή τού κειμένου «προρρήξασθαι όν φορείς χιτώνα» (να ξεσχίσεις τόν χιτώνα πού φοράς) δέν σημαίνει τήν αυτοκτονία ή τήν απόρριψη τού σώματος με τήν έννοια τής αυτοτιμωρίας, αλλά τήν πνευματική αποστασιοποίηση. Είναι η συνειδητοποίηση ότι «δέν είμαι το σώμα μου» καί η προσπάθεια να δούμε με τούς «οφθαλμούς τής καρδίας».
