Οι ξένοι τεκτονικοί ιστορικοί τού 19ου αιώνος διχάστηκαν σε δύο μεγάλες σχολές ως πρός τήν έρευνα γιά τήν προέλευση τού Ελευθεροτεκτονισμού. Η 1η, πού ονομάστηκε σχολή τών «νεωτεριζόντων» ή καί «αυθεντική», τοποθετεί τήν αρχή τού Τάγματος στά Γερμανικά Σωματεία τού Μεσαίωνος. Η 2η, η σχολή τών «αρχαϊζόντων», πού αποκαλείται καί ανθρωπολογική, θεωρεί τα Τεκτονικά Μυστήρια συνέχεια τών αρχαίων Ελλήνικών Μυστηρίων. Οι σχολές αυτές, εξετάζοντας τήν προϊστορία τού Τεκτονισμού, δηλαδή τήν περίοδο πρίν από το τέλος τού 17ου αιώνος, οπότε ιδρύθηκε στήν Αγγλία η Εταιρεία τού Ελευθεροτεκτονισμού, κατέληξαν στίς παραπάνω απόψεις. Χωρίς να λαμβάνουμε θέση στόν διχασμό αυτόν, σκοπός τού παρόντος τεκτονικού «έργου» είναι να δείξουμε ότι η 1η σχολή, τών νεωτεριζόντων ή «αυθεντική», παραποιεί τήν ιστορία σε βάρος τής Ελλάδος, διότι οι λεγόμενες Γερμανικές Συντεχνίες τού Μεσαίωνος έχουν Ελληνική προέλευση καί αποτελούν αναμφισβήτητα Ελληνικό θεσμό. Πράγματι, από τα βάθη τής ιστορίας φτάνει μέχρι τίς ημέρες μας η λάμψη θεσμών απαράμιλλης τελειότητας, θεσμών στούς οποίους οι μεταγενέστεροι αιώνες πολιτισμού, ελάχιστα ή καί τίποτα δέν πρόσθεσαν. Οι θεσμοί αυτοί δίνουν στόν ερευνητή τήν πεποίθηση γιά τήν θεμελιώδη καί διαχρονική σημασία τών θεσμών τού «πατρίου δικαίου» καί τόν καλούν σε νέους αγώνες. Κατά τήν χαρακτηριστική φράση τού αείμνηστου Μεγάλου Διδασκάλου, Αδελφού Παπούλια, ο ερευνητής καλείται σε νέους αγώνες “διά τήν ριζικήν διάρρηξιν, τών σιδερένιων βράχων, με σκοπό το άνοιγμα τής εράσιμης κοιλάδος” από τήν οποία προβάλλει μεγαλοπρεπώς ο Ελληνικός πολιτισμός. Παραπέμπω επίσης στά διδάγματα τού αειμνήστου Αδελφού Σπ. Νάγου καί στά γραπτά τού Αδελφού Ι. Βασιλή, στά τού περί υποχρεώσεων τών Ελλήνων Τεκτόνων στήν έρευνα τού Ελληνικού πολιτισμού. Ορισμένοι από τούς παραπάνω συγγραφείς υποστηρίζουν ότι τα Γερμανικά Σωματεία τού Μεσαίωνος αποτελούν συνέχεια τών ρωμαϊκών σωματείων (collegia). Καί αυτοί όμως σφάλλουν, διότι, όπως είναι γνωστό, ο Δωδεκάδελτος τών Ρωμαίων, πού αποτελεί σύνθεση Ελληνικών νόμων καί θεσμών , αναφέρει ρητά στόν Πίνακα VIII, 27, τούς sodales καί τα sodalicia, πού αντιστοιχούσαν στίς Ελληνικές Εταιρείες. Επιπλέον, ο Γάϊος μαρτυρεί ρητά (D. 22,4) ότι η ελευθερία τού συνεταιρίζεσθαι καθιερώθηκε από τόν Δωδεκάδελτο κατ’ απομίμηση τού Αττικού Δικαίου, μέσω αντιγραφής τών νόμων τού Σόλωνος. Στήν συνέχεια θα αντλήσουμε από τήν Ελληνική ιστορία όλα όσα αφορούν τίς συντεχνίες έως το τέλος τού 17ου αιώνος. Από τα συγγράμματα τών καθηγητών τού Ελληνικού Πανεπιστημίου Φ. Κουκουλέ, Γ. Πετροπούλου, Αναστ. Χριστοφιλοπούλου καί Ν. Πανταζόπουλου προκύπτει ότι οι δύο μεγάλοι προσωποκρατικοί φιλόσοφοι, ο Ηράκλειτος καί ο Εμπεδοκλής, καταλήγουν στό ίδιο συμπέρασμα: ότι η «κοσμική αρμονία» στηρίζεται στήν κοινωνική αντίθεση. Πρίν από αυτούς, ο Ησίοδος είχε ήδη διαπιστώσει το φαινόμενο τού επαγγελματικού ανταγωνισμού. Ωστόσο, η διαμόρφωσις τών προϋποθέσεων πού ήταν αναγκαίες διά τήν εξέλιξιν τού πολιτισμού θα ήταν αδύνατη χωρίς τήν συλλογική οργάνωση. Η ίδια η “πόλις” δέν είναι τίποτε άλλο παρά το σύνολο τών επί μέρους συλλογικών σχηματισμών, οι οποίοι, αν καί βρίσκονται με τόν έναν ή τόν άλλον τρόπο σε αντιπαράθεση μεταξύ τους, είναι απολύτως αναγκαίοι διά τήν πρόοδον τής κοινωνικής ζωής….
Συνεχίζεται….
