Οι Τέκτονες, πιστεύοντες ακράδαντα είς τήν ύπαρξη τού Θεού, πιστεύουν κατά λογική συνέπεια καί στήν αθανασίαν τής ψυχής, καί έχουν τήν πεποίθηση ότι η ενσυνείδητη ύπαρξη τού ανθρώπου δέν συναπόλλυται μετά τού σώματος. Η προσωπικότητα τού ανθρώπου, προϋποθέτει τήν ύπαρξη τού Θεού. Η ανυπαρξία τυχόν τού Θεού, θα σήμαινε ανυπαρξία τού ανθρώπου. Ο θάνατος δέν είναι το τέλος τής ζωής. Εάν συνέβαινε αυτό, όλος ο κόσμος καί όλη η δημιουργία θα έχανε κάθε νόημα καί κάθε αξία. Ο θάνατος είναι μεν οδυνηρό γεγονός γιά τόν συνδεδεσμένο πρός τόν κόσμο τούτο, αλλά είναι συγχρόνως καί το γεγονός το οποίο εκμηδενίζει τόν χρόνο καί ανοίγει τήν πόρτα πρός τήν αιωνιότητα. Η ψυχή προϋπάρχει στήν αιωνιότητα καί είναι δημιούργημα τού Θεού, καί η αιωνιότητα αυτής δέν μπορεί να καταποθή από τόν θάνατο σάν διαλυτική δύναμη. Η συνειδητή λοιπόν ατομικότητα τού ανθρώπου διατηρείται καί πέρα από τόν τάφο. Το πνεύμα τών τεθνεώντων επανέρχεται πρός τόν Θεό. Η αθάνατη ψυχή τών πεφωτισμένων απολαμβάνει ειρήνης καί χαράς, οι οποίες έγιναν αξία “διά τών ενδελεχών αυτής σπουδών, πρός αναζήτησιν τού φωτός καί τής αληθείας καί τών αγαθών αυτής πράξεων διά τήν εξυπηρέτησιν τού δικαίου, ώστε πάς άνθρωπος συνετώς ζήσας δέν πρέπει να φοβείτε τόν θάνατον αλλά να τόν θεωρεί ως απολύτρωσιν, ως φυσικον σταθμό,ν ως τήν οδόν η οποία θα τόν οδηγήσει πρός τήν αιωνιότητα». Όσο δε περισσότερο ενάρετα έζησε επάνω στήν γη καί όσο περισσότερο ανέπτυξε το πνεύμα του, τόσο περισσότερο εξαφαλίζει τήν θεία μακαριότητα.
” Εκ τού θανάτου λοιπόν η ζωή καί εκ τής ζωής ο θάνατος”.
Ο Σωκράτης λέει ότι η ψυχή είναι συγγενής τού αιωνίου όντος. Ο άνθρωπος είναι ενδιάμεσος μεταξύ γήϊνου καί Θείου. Το Θείον ζεί μέσα στόν άνθρωπο καί κατά τρόπον ανθρώπινο. Είναι η δύναμις η οποία σπρώχνει τόν άνθρωπο όπως «καθίσταται επι μάλλον καί μάλλον Θείος». Μόνον όποιος σκέφτεται έτσι, μπορεί να πεί όπως αναφέρει ο Πυθαγόρας στά χρυσά έπη: “Ήν δ’απολείψας σώμα Ες σιθέρ εκεύθερον έλθης, έσσεαι αθάνατος Θεός άμβροτος, ουκέτι θνητός”, δλδ. όταν εγκαταλείψης το σώμα, πετάξης στόν ελεύθερο αέρα θα αποβείς αθάνατος, Θεός εκφυγών πλέον τόν θάνατον. Ο θάνατος λοιπόν είναι μετάβαση σε νέα ζωή. Είναι μία εναλλαγή τής κατάστασεώς μας. Αλλά οτιδήποτε είναι άϋλο δέν μπορούν να το συλλάβουν οι αισθήσεις μας καί ως εκ τούτου δέν μπορούμε να σχηματίσουμε περί αυτού σαφή ιδέα καί συγκεκριμένη. Οι τάφοι κρατούν το μυστήριο τού θανάτου καί δέν προσφέρονται να ικανοποιήσουν το αγωνιώδες ερώτημα καί οι άνθρωποι ανήσυχοι φοβούνται τόν επερχόμενο θάνατο καί αγωνιούν πρό τού παγερού μυστηρίου του. Η πλάκα τού τάφου σκεπάζει τα πάντα καί επιβάλλει σιγή καί σεβασμό. Εν τούτοις είναι αλήθεια ότι ο Θεός μπορεί να καταστήσει μερικούς εκλεκτούς ικανούς να υψωθούν επάνω από τα γήϊνα πράγματα καί να αξιωθούν κάποιας ακτινοβολίας από τήν υπέρτατη τελειοποίησή τους. Αλλά αυτοί οι εκλεκτοί δέν βρίσκουν κάποιους λόγους να εκφράσουν σε συνηθισμένη γλώσσα τήν άϋλη οπτασία, η οποία προξένησε σε αυτούς ένα δέος ανέκφραστο. Η μεγάλοι μύστες δέν μάς λένε επακριβώς τα τής μέλλουσας ζωής. “Πολλά δύναμαι ειπείν” λέει ο Χριστός πρός τούς μαθητές του κατά τόν Μυστικόν Δείπνον, “αλλά ου δυνασθε βαστάζειν”. Εμείς οι Τέκτονες αναγνωρίζουμε στόν θάνατο τήν αποδέσμευση τής ψυχής διά της καταστροφής τού υλικού περιβλήματος πού τήν περιβάλλει, τήν απόδοση τής ελευθερίας τής ψυχής, τής ψυχής ής τήν αθανασίαν καί σάν φιλόσοφοι καί ως αληθινοί Χριστιανοί απόλυτα πρεσβεύουμε. Κατά συνέπεια δέν λυπόμαστε τούς τεθνεώντας αφού αυτοί είναι ευτυχέστεροι από εμάς, θλιβόμαστε μόνον γιά τήν προσωρινή απώλειά τους διότι στερούμαστε τής παρουσίας τους. Ο μεγάλος ποιητής, κοινωνικός φιλόσοφος καί τέκτων Βίκτωρ Ουγκώ, κατά τίς τελευταίες ημέρες τού βίου του, εξεδήλωσε τίς ακόλουθες σκέψεις: “Αισθάνομαι μέσα μου τήν μέλλουσαν ζωήν. Ομοιάζω πρός κατεστραμμένον δάσος. Τα νέα δεδρύλια αναπτύσσονται ζωηρότερα καί ισχυρότερα από πρίν. Γνωρίζω ότι ανέρχομαι πρός τόν Ουρανόν. Ο ήλιος θωπεύει τήν κεφαλήν μου. Η γη μού δίδει τήν ζωήν, αλλά ο Ουρανός με φωτίζει διά τής αντανακλάσεως αγνώστου κόσμου. Ισχυρίζονται ότι η ψυχή δέν είναι άλλο τι ή αποτέλεσμα τής δυνάμεως τού σώματος. Τότε διατί η ψυχή μου είναι πλέον φωτεινή, όταν αρχίζουν να ελαττώνονται αι σωματικαί μου δυνάμεις; Όσον πλησιάζω πρός το τέρμα, τόσον ακούω πέριξ μου τάς αθανάτους συμφωνίας τού Κόσμου πού με προσκαλούν. Είναι κάτι τι το θεσπέσιον αλλά καί απλούν. Είναι σάν παραμύθι νεράϊδας, αλλά αληθινόν. Επί ήμισυ αιώνα γράφω πεζά καί ποιήματα, ιστορίαν, φιλοσοφίαν, δράμα καί μυθιστόρημα, αλλά αισθάνομαι ότι δέν εξέφρασα ούτε το χιλιοστόν εκείνου το οποίον έχω μέσα μου. Όταν φθάσω πρός τόν τάφον θα είπω όπως όλοι: Ετελείωσα το έργον τής ημέρας. Δέν ημπορώ όμως να είπω ότι ετελείωσα καί τήν ζωήν μου. Η ζωή μου θα αρχίσει τήν επομένην τού θανάτου. Ο τάφος δέν είναι το αδιέξοδον μονοπάτι, είναι Λεωφόρος. Κλείει με το ηλιοβασίλεμα καί ανοίγει με το γλυκοχάραμμα”.
” Εκ τού θανάτου λοιπόν η ζωή καί εκ τής ζωής ο θάνατος”.
Ο Σωκράτης λέει ότι η ψυχή είναι συγγενής τού αιωνίου όντος. Ο άνθρωπος είναι ενδιάμεσος μεταξύ γήϊνου καί Θείου. Το Θείον ζεί μέσα στόν άνθρωπο καί κατά τρόπον ανθρώπινο. Είναι η δύναμις η οποία σπρώχνει τόν άνθρωπο όπως «καθίσταται επι μάλλον καί μάλλον Θείος». Μόνον όποιος σκέφτεται έτσι, μπορεί να πεί όπως αναφέρει ο Πυθαγόρας στά χρυσά έπη: “Ήν δ’απολείψας σώμα Ες σιθέρ εκεύθερον έλθης, έσσεαι αθάνατος Θεός άμβροτος, ουκέτι θνητός”, δλδ. όταν εγκαταλείψης το σώμα, πετάξης στόν ελεύθερο αέρα θα αποβείς αθάνατος, Θεός εκφυγών πλέον τόν θάνατον. Ο θάνατος λοιπόν είναι μετάβαση σε νέα ζωή. Είναι μία εναλλαγή τής κατάστασεώς μας. Αλλά οτιδήποτε είναι άϋλο δέν μπορούν να το συλλάβουν οι αισθήσεις μας καί ως εκ τούτου δέν μπορούμε να σχηματίσουμε περί αυτού σαφή ιδέα καί συγκεκριμένη. Οι τάφοι κρατούν το μυστήριο τού θανάτου καί δέν προσφέρονται να ικανοποιήσουν το αγωνιώδες ερώτημα καί οι άνθρωποι ανήσυχοι φοβούνται τόν επερχόμενο θάνατο καί αγωνιούν πρό τού παγερού μυστηρίου του. Η πλάκα τού τάφου σκεπάζει τα πάντα καί επιβάλλει σιγή καί σεβασμό. Εν τούτοις είναι αλήθεια ότι ο Θεός μπορεί να καταστήσει μερικούς εκλεκτούς ικανούς να υψωθούν επάνω από τα γήϊνα πράγματα καί να αξιωθούν κάποιας ακτινοβολίας από τήν υπέρτατη τελειοποίησή τους. Αλλά αυτοί οι εκλεκτοί δέν βρίσκουν κάποιους λόγους να εκφράσουν σε συνηθισμένη γλώσσα τήν άϋλη οπτασία, η οποία προξένησε σε αυτούς ένα δέος ανέκφραστο. Η μεγάλοι μύστες δέν μάς λένε επακριβώς τα τής μέλλουσας ζωής. “Πολλά δύναμαι ειπείν” λέει ο Χριστός πρός τούς μαθητές του κατά τόν Μυστικόν Δείπνον, “αλλά ου δυνασθε βαστάζειν”. Εμείς οι Τέκτονες αναγνωρίζουμε στόν θάνατο τήν αποδέσμευση τής ψυχής διά της καταστροφής τού υλικού περιβλήματος πού τήν περιβάλλει, τήν απόδοση τής ελευθερίας τής ψυχής, τής ψυχής ής τήν αθανασίαν καί σάν φιλόσοφοι καί ως αληθινοί Χριστιανοί απόλυτα πρεσβεύουμε. Κατά συνέπεια δέν λυπόμαστε τούς τεθνεώντας αφού αυτοί είναι ευτυχέστεροι από εμάς, θλιβόμαστε μόνον γιά τήν προσωρινή απώλειά τους διότι στερούμαστε τής παρουσίας τους. Ο μεγάλος ποιητής, κοινωνικός φιλόσοφος καί τέκτων Βίκτωρ Ουγκώ, κατά τίς τελευταίες ημέρες τού βίου του, εξεδήλωσε τίς ακόλουθες σκέψεις: “Αισθάνομαι μέσα μου τήν μέλλουσαν ζωήν. Ομοιάζω πρός κατεστραμμένον δάσος. Τα νέα δεδρύλια αναπτύσσονται ζωηρότερα καί ισχυρότερα από πρίν. Γνωρίζω ότι ανέρχομαι πρός τόν Ουρανόν. Ο ήλιος θωπεύει τήν κεφαλήν μου. Η γη μού δίδει τήν ζωήν, αλλά ο Ουρανός με φωτίζει διά τής αντανακλάσεως αγνώστου κόσμου. Ισχυρίζονται ότι η ψυχή δέν είναι άλλο τι ή αποτέλεσμα τής δυνάμεως τού σώματος. Τότε διατί η ψυχή μου είναι πλέον φωτεινή, όταν αρχίζουν να ελαττώνονται αι σωματικαί μου δυνάμεις; Όσον πλησιάζω πρός το τέρμα, τόσον ακούω πέριξ μου τάς αθανάτους συμφωνίας τού Κόσμου πού με προσκαλούν. Είναι κάτι τι το θεσπέσιον αλλά καί απλούν. Είναι σάν παραμύθι νεράϊδας, αλλά αληθινόν. Επί ήμισυ αιώνα γράφω πεζά καί ποιήματα, ιστορίαν, φιλοσοφίαν, δράμα καί μυθιστόρημα, αλλά αισθάνομαι ότι δέν εξέφρασα ούτε το χιλιοστόν εκείνου το οποίον έχω μέσα μου. Όταν φθάσω πρός τόν τάφον θα είπω όπως όλοι: Ετελείωσα το έργον τής ημέρας. Δέν ημπορώ όμως να είπω ότι ετελείωσα καί τήν ζωήν μου. Η ζωή μου θα αρχίσει τήν επομένην τού θανάτου. Ο τάφος δέν είναι το αδιέξοδον μονοπάτι, είναι Λεωφόρος. Κλείει με το ηλιοβασίλεμα καί ανοίγει με το γλυκοχάραμμα”.
