Ο νόμος περί σωματείων τού Σόλωνος είναι, όπως είπαμε παραπάνω, ο 1ος γνωστός νόμος με τόν οποίον αναγνωρίζεται, χωρίς διακρίσεις καταγωγής, σε μία μεγάλη κατηγορία ομάδων το δικαίωμα τής συστάσεως ενώσεων. Πρίν από αυτόν, το δικαίωμα τού συνεταιρίζεσθαι δινόταν μόνον σε όσους είχαν αριστοκρατική καταγωγή. Είς τήν αρχαίαν Ελλάδα υπήρχαν σωματεία πού ονομάζονταν σύλλογοι, θίασοι, έρανοι καί οργεώνες. Κατά τήν ελληνιστικήν περίοδον δημιουργήθησαν επίσης επαγγελματικά σωματεία, τα λεγόμενα «κοινά» ή «σύνοδοι». Αυτά συγκροτήθησαν, διότι το Κράτος ενέκαθεν απέβλεπεν μέσω τών εργασιών τίς αμοιβές τών εργαζομένων καί τίς τιμές τών πωλούμενων αγαθών. Γι’ αυτό ευνόησε τήν οργάνωση τών βιοτεχνών καί τών εμπόρων σε σωματεία, ώστε να μπορεί να ασκεί άμεση εποπτεία καί να παρακολουθεί ευκολότερα καί αποτελεσματικότερα τα ζητήματα πού αφορούσαν τόν επισιτισμόν τού λαού. Τα μέλη τών αρχαίων συλλόγων ήσαν υποχρεωμένα να διατηρούν αρμονικές σχέσεις, επιδιώκοντας τήν ανάπτυξιν, είς τήν ψυχήν, τών ανωτέρων συναισθημάτων, τήν καλλιέργεια τής ηθικής συνειδήσεως καί τήν σταθερότητα είς τήν θρησκευτικήν πίστιν.Ωστόσο, οι Συντεχνίες οργανώθησαν πιό εκτεταμένα καί πιό συστηματικά είς το Βυζάντιον. Ονομάζονταν Συστήματα, Σύλλογοι, Σωματεία καί Πολιτικά Σωματεία, καί τελούσαν υπό τήν εποπτείαν τού Επάρχου Κωνσταντινουπόλεως μέσω τών υπαλλήλων του, πού ονομάζονταν «συμπόνοι». Ετσι το κράτος είχε υπεύθυνο γιά τόν επισιτισμό τού πληθυσμού τόν Έπαρχο, ο οποίος ρύθμιζε τίς τιμές τών πωλούμενων αγαθών. Σημαντική πηγή διά τίς Βυζαντινές Συντεχνίες αποτελεί το «Επαρχικό Βιβλίο» ή «Έδικτον τού Λέοντος τού Σοφού», το οποίον πραγματεύεται τήν γενική εσωτερική οργάνωσον τών επαγγελματιών πού ήταν οργανωμένοι σε Σωματεία στό Βυζάντιο καί επιδίωκε, μέσω τής Συντεχνιακής οργανώσεως, διοικητικούς καί οικονομικούς σκοπούς. Από όλες τίς Συντεχνίες είς το Βυζάντιον, η πιό επιφανής καί πλούσια ήταν αυτή τών γουναράδων, η οποία αποτελούσε υπόδειγμα διά τήν φιλανθρωπική καί κοινωφελή δράση. Αυτή υπήρχε ακόμα καί κατά τήν άλωση τής Κωνσταντινουπόλεως από τούς Φράγκους το 1204. Όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν τήν Ανδριανούπολιν το 1361, τήν κατέστησαν πρωτεύουσα μέχρι τήν άλωση τής Κωνσταντινουπόλεως. Όλοι οι επαγγελματίες, έμποροι, βιοτέχνες καί γεωργοί, μετά τήν τουρκική κατάληψη τής Κωνσταντινουπόλεως οργανώθηκαν σε Συντεχνίες, όπως ακριβώς γινόταν καί στήν εποχή τής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Από σουλτανικά διατάγματα (φιρμάνια) καί σωζόμενα χειρόγραφα προκύπτει η πολυδιάστατη καί εκτεταμένη δράση τών συντεχνιών είς τήν Ανδριανούπολιν. Πολλές Συντεχνίες είχαν αναλάβει τα έξοδα διά τήν λειτουργίαν σχολείων, τήν συντήρησιν ορφανοτροφείων, νοσοκομείων καί φρενοκομείων. Μετά τήν 21ην Μαΐου 1453, ένα βαθύ σκοτάδι κάλυψε τίς Ελληνικές πόλεις. Δυστυχώς, οι «πατριδογράφοι» -ιστορικοί τής Κωνσταντινουπόλεως παρέχουν πολύ λίγες καί σποραδικές πληροφορίες σχετικά με τούς επαγγελματίες, πού κατάγονταν από κάθε γωνιά τής Ελληνικής γής καί είχαν εγκατασταθεί εκεί. Ωστόσο, σύμφωνα με τόν Μ. Γεδεών είς το έργον του «Κανονιστικές Διατάξεις» καί τήν Ελένη Βουραζέλη-Μαρινάκου είς το έργο της «Οι συντεχνίες τών Ελλήνων στήν Θράκη κατά τήν Τουρκοκρατίαν» (από τα οποία βιβλία έχει αντληθεί, σχεδόν όλο το υπόλοιπο υλικό πού ακολουθεί).
Συνεχίζεται…
